ΠΩΣ ΕΦΤΑΣΕ Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΚΑΙ ΤΙ ΛΑΘΟΣ ΕΚΑΝΑΝ ΟΙ ΑΠΑΓΩΓΕΙΣ…

0
406
.
Η αστυνομική περίπολος σταμάτησε τρία άτομα τα οποία όλως περιέργως δεν είχαν κινητό τηλέφωνο πάνω τους. 

Οι αστυνομικοί κατάλαβαν ότι τα τρία αυτά άτομα είχαν πετάξει τα κινητά τους λίγη ώρα πριν. Έχοντας τα στοιχεία των τριών αυτών ατόμων άρχισαν να ξεδιπλώνουν βήμα-βήμα τις επαφές και τις σχέσεις τους με αφετηρία τα χωριά τους. Οι έρευνες επεκτάθηκαν σε ομόκεντρους κύκλους και κάποια στιγμή τα άτομα αυτά βρέθηκαν να παρακολουθούνται με τον κοριό της υπηρεσίας πληροφοριών.

Παράλληλα, και αφού η υπηρεσία σιγουρεύτηκε πως τα τρία αυτά άτομα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχουν σχέση με τους απαγωγείς, στον 7ο όροφο του υπουργείου Δημοσίας Τάξης (ασχολείται με τις επικοινωνίες) στήθηκε μία ιδιότυπη επιχείρηση αποπροσανατολισμού των απαγωγέων μέσω στοχευμένων διαρροών. Όπως αναφέρουν καλά ενημερωμένες πηγές στο zougla.gr, οι διαρροές αυτές είχαν σκοπό να αποσυντονίσουν τους απαγωγείς δημιουργώντας ένα πλέγμα ασφαλείας μεταξύ των κακοποιών. Με λίγα λόγια οι αστυνομικές αρχές διέρρεαν πως δεν υπάρχει καμία πρόοδος στις έρευνες, πως δεν γνωρίζουν πολλά πράγματα για το κρησφύγετο όπου κρατείται ο Μιχάλης Λεμπιδάκης κλπ. 
Τους «πρόδωσαν» τα πολλά λόγια

Σύμφωνα με ανώτερα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ., υπήρξε και ένας απροσδόκητος σύμμαχος. Η φλυαρία. Δεν ανέμεναν στα ανώτερα κλιμάκια της αστυνομίας πως οι εμπλεκόμενοι στην απαγωγή θα «μιλούσαν τόσο πολύ μεταξύ τους». Πιο συγκεκριμένα, οι εμπλεκόμενοι στην εγκληματική οργάνωση επαναλάμβαναν στους δικούς τους ανθρώπους, ιδιαίτερα στις συντρόφους τους, τη φράση «δεν μπορώ να σου πω».

Έπειτα από αλλεπάλληλες ακροάσεις, αυτό το «δεν μπορώ να σου πω» κατέληξε να γίνει ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των προσώπων που βρίσκονταν υπό παρακολούθηση. Ο κλοιός είχε αρχίσει να σφίγγει γύρω από τον συνολικό αριθμό των δραστών αλλά η ΕΛ.ΑΣ. ανέμενε να επέμβει τη στιγμή που θα έκρινε πως θα ήταν η καταλληλότερη για την ασφάλεια του Μιχάλη Λεμπιδάκη. Η ΕΛ.ΑΣ. γνώριζε ότι οι απαγωγείς άλλαζαν τακτικά στέκια και ακόμη πιο συχνά ξεφορτώνονταν τις τηλεφωνικές συσκευές τους. Τα σχήματα ωστόσο επικοινωνίας που είχαν χαρτογραφηθεί από τα στελέχη της αστυνομίας δεν άφηναν πολλά περιθώρια για λανθασμένες εκτιμήσεις. 

Η αστυνομική επιχείρηση

Έτσι μετά την τελευταία επικοινωνία των απαγωγέων  με την οικογένεια Λεμπιδάκη και την απρόσμενη δραστική μείωση των λύτρων που απαιτούσαν, τα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. απεφάνθησαν πως έφτασε η ώρα για την τελική επιδρομή. Έτσι και έγινε όταν ο Μιχάλης Λεμπιδάκης μεταφέρθηκε από τους απαγωγείς του στη μάντρα του Μανώλη Κλάδου, γνωστού με το ψευδώνυμο Δράκος, στην επαρχία Ρεθύμνης. 

Δεν πίστευαν ωστόσο οι αστυνομικοί ότι στο σημείο της επιδρομής θα βρισκόταν νωρίς το πρωί και μία κοπέλα 16 χρονών η οποία κατά τα φαινόμενα, διαδραμάτιζε τον ρόλο του οπερατέρ στις μαγνητοσκοπήσεις του Λεμπιδάκη που αποστέλλονταν ως πειστήρια για το ότι βρίσκεται εν ζωή στην οικογένειά του.

«Η επέμβαση ήταν ευκολότερη απ’ ότι είχαμε υπολογίσει» ομολόγησε ένας αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ. αμέσως μετά το ρεσάλτο του ειδικού κλιμακίου στο Ρέθυμνο. Το κλιμάκιο διέθετε θερμικές κάμερες έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα του εσωτερικού χώρου όπου κρατείτο ο επιχειρηματίας και αξιόπιστη καταγραφή του αριθμού των ατόμων που βρίσκονταν γύρω από αυτόν. Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος και δεν «άνοιξε ρουθούνι».
zougla.gr