ΟΤΑΝ Ο ΜΟΥΑΜΑΡ ΓΚΑΝΤΑΦΙ ΕΠΑΙΞΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ…

0
526

Ο Συνταγματάρχης Μουαμάρ Γκαντάφι δεν ήταν φίλαθλος του ποδοσφαίρου, αλλά ήξερε πως να το χρησιμοποιεί για να προωθεί την εικόνα της χώρας του, όπως πλησίαζε ο 21ος αιώνας.

Πριν δούμε την ενδιαφέρουσα ιστορία, αξίζει να δείτε στα… γρήγορα εδώ τι ξεχωριστό έχει στο στοίχημα η Betrebels!

Οι ηγέτες των αφρικανικών χωρών λοιπόν, συχνά παραδέχονται ότι καλλιεργούν ένα πάθος για το ποδόσφαιρο.

Άλλοτε είναι αληθινό, αλλά συχνά πηγάζει από μοχθηρά συμφέροντα, όπως όταν έχει ως στόχο να βοηθήσει τον ηγέτη να δρέψει τη δόξα μίας εθνικής ομάδας ή ενός συλλόγου.

Αυτό το σκεπτικό είναι κοινό σε κάθε ηγέτη που έχει οπορτουνιστικές σχέσεις με το πιο δημοφιλές άθλημα του πλανήτη.

Ο Συνταγματάρχης Μουαμάρ Γκαντάφι έγραψε για την αδιαμφισβήτητη αποστροφή του προς τα αθλήματα και το ποδόσφαιρο πιο συγκεκριμένα στο “The Green Book”: “Οι χιλιάδες θεατές που γεμίζουν τα γήπεδο για να παρακολουθήσουν, να χειροκροτήσουν και να γελάσουν, είναι ανόητοι άνθρωποι που αποτυγχάνουν να κάνουν δικές τους δραστηριότητες.

Μαζεύονται ληθαργικά στις κερκίδες γηπέδων και χειροκροτούν αυτούς τους ήρωες που αποκτούν πρωτοβουλίες, κυριαρχούν στο γήπεδο και ελέγχουν το άθλημα.

Με αυτό τον τρόπο εκμεταλλεύονται τα οφέλη που τους παρέχουν ουσιαστικά οι μάζες”

Πολιτικό ένστικτο

Το γράψιμο αυτό είναι αντιπροσωπευτικό του Γκαντάφι, αλλά ο άνδρας που ηγήθηκε της Λιβύης με αυστηρή πειθαρχία από το 1969 ως το 2011 ήταν κάτι παραπάνω από ένας άνδρας με τεράστιο “εγώ”.

Ήξερε πως να επιστρέφει στις υποσχέσεις του, μία συμπεριφορά που πήγαζε από το πολιτικό του ένστικτο, το οποίο ήταν αδιαμφισβήτητο.

Σίγουρα μισούσε το ποδόσφαιρο, αλλά παράλληλα αντιλαμβανόταν ότι μπορούσε να έχει πλεονεκτήματα από αυτό, ειδικά από τότε που το καθεστώς του κατηγορήθηκε ότι παραβίαζε τα ανθρώπινα δικαιώματα και ότι χρηματοδοτούσε την τρομοκρατία. Μέσω του ποδοσφαίρου προσπάθησε να φτιάξει τη διεθνή του φήμη. Το όμορφο ποδόσφαιρο αποτέλεσε το δυνατό του χαρτί για να εκθρονίσει το Βασιλιά Ιντρίς.

H πρώτη πραγματική ενασχόληση με το χορτάρι για τον τον Λίβυο ηγέτη χρονολογείται από το 1982., μετά την ανάθεση του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής στη Λιβύη.

Ο Γκαντάφι, που διέταξε την κατασκευή ενός σταδίου 60,000 θέσεων στην Τρίπολη για τη διοργάνωση, ονειρευόταν την Εθνικής Λιβύης να κατακτά το κύπελλο και ήδη σκεφτόταν πως θα επωφεληθεί από μία τέτοια νίκη, αφού είχε ήδη στρώσει το δρόμο για μία απροκάλυπτη λατρεία προς το πρόσωπό του.

Αλλά το όνειρό του δεν πραγματοποιήθηκε.

Η Λιβύη έχασε στον τελικό από την Γκάνα στη διαδικασία των πέναλτι και ο Ηγέτης γύρισε την πλάτη του στο ποδόσφαιρο για πολλά χρόνια.

Σύμφωνα με την ιστορία, το βράδυ της τελετής έναρξης, ο ευφάνταστος συνταγματάρχης ολοκλήρωσε έναν από τους χαρακτηριστικά μεγάλους σε διάρκεια λόγους του με την εξής φράση, απευθυνόμενος στο κοινό:

“Όλοι εσείς οι ηλίθιοι θεατές, απολαύστε το ηλίθιο παιχνίδι σας”.

Σταρ του ποδοσφαίρου στην Τρίπολη

Ο Γκαντάφι υπολόγισε ότι το ενδιαφέρον για το πιο δημοφιλές άθλημα στη Λιβύη θα έκανε τον κύκλο του δύο δεκαετίες αργότερα, χάρη στην επιρροή των δύο γιών του: του Σααντί και του Μουχάμαντ.

Ο Σααντί ήταν ο ιδιοκτήτης της Αλ-Ιτιχάντ, ποδοσφαιρικής ομάδας με έδρα την Τρίπολη, ενώ παράλληλα συνδύαζε το ρόλο του επαγγελματία ποδοσφαιριστή, το ρόλο του αρχηγού της Εθνικής ομάδας και το ρόλο του προέδρου στην Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας. Ο Μουχάμαντ επέβλεπε την Αλ-Αχλί της Τρίπολης, (με τον Σααντί στο ρόστερ).

Η Λιβύη άρχισε σταδιακά να ανοίγει τις πόρτες σε ξένους προπονητές και παίκτες, όπως όταν η ομοσπονδία τo 1999 προσέλαβε τον Κάρλος Μπιλάρδο, που είχε κατακτήσει το Μουντιάλ του 1986 με την Αργεντινή, να αναλάβει την Εθνική Λιβύης.

Αργότερα, ο Σααντί, με τη σιωπηλή συμφωνία του πατέρα του, ενός πρωταθλητή του “Παν-Αφρικανισμού”, κατάφερε να πείσει διάσημους Αφρικανούς παίκτες, όπως ο Νιγηριανός Βίκτορ Ικπέμπα και ο Καμερουνέζος Πατρίκ Μπομπά, να έρθουν στο πρωτάθλημα της Λιβύης. Ο Μπομπά, πρώην αρχηγός της Εθνικής Καμερούν και παίκτης της Παρί Σεν Ζερμέν, με θητεία σε Ιαπωνία, Ιταλία και Αγλλία, υπέγραψε με την Αλ-Ιτιχάντ της Τρίπολης το 2002.

“Επειδή δεν ήθελα πραγματικά να πάω στη Λιβύη, ζήτησα τρεις φορές τα λεφτά που έπαιρνα από την Πάρμα και ο Σααντί συμφώνησε.

Αν και πήρα το μπόνους μεταγραφής, ποτέ δεν έλαβα το μισθό μου.

Οι αρχές είχαν το διαβατήριό μου, αλλά ζήτησα να επιστρέψω στη Γαλλία τα Χριστούγεννα του 2002, ώστε να αφήσω τη χώρα και να μην επιστρέψω ποτέ.

Ο Σααντί είχε τον απόλυτο έλεγχο για τις δραστηριότητές μου.” δήλωσε ο Μπομπά και τόνισε ότι τον σημάδευσε εκείνη η δύσκολη εμπειρία.

Η Λιβύη άρχισε να θεωρείται αξιόπιστη ξανά. Αρκετοί ξένοι παίκτες ταξίδεψαν στην Τρίπολη. Η Εθνική Λιβύης άρχισε να παίζει αγώνες σε ευρωπαϊκό έδαφος, κάτι που έμοιαζε αδιανόητο μερικά χρόνια πριν.

Το 2004 νίκησε το Κατάρ (1-0) στη Ρώμη και το 2006 έχασε από την Ουκρανία (0-3) στην Ελβετία.

Η Λιβύη αγοράζει μετοχές της Γιουβέντους

Το καθεστώς της Λιβύης αποφάσισε να κάνει ξένες επενδύσεις, ειδικά στην Ιταλία, τη χώρα που διοικούσε τη Λιβύη από το 1911 ως το 1947.

Ο Γκαντάφι και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, τουλάχιστον για ένα σύντομο χρονικό διάστημα.

Με τη βοήθεια από αυτές τις σχέσεις, η Λιβύη, μέσω του επενδυτικού ομίλου LAFICO αγόρασε το 7.5% των μετοχών της Γιουβέντους το 2002.

Η βιομηχανία πετρελαίου Tamoil ήταν χορηγός της ομάδας από το Τορίνο, λίγο μετά την εμφάνισή της στις φανέλες της Μονακό.

Ο ακτιβισμός του Σααντί, που ακόμη είχε τη συναίνεση του πατέρα του, του επέτρεψε να βρει επαγγελματικό συμβόλαιο με την Περούτζια, που αγωνιζόταν τότε στη Serie A. Δεν ήταν ακριβώς σύμπτωση, αφού ο σύλλογος άνηκε σε μία εταιρεία δανείων την Capitalia και την τράπεζα Libyan Arab Foreign Bank.

Το 2002, το Σούπερ Καπ της Ιταλίας, ανάμεσα στη Γιουβέντους και την Πάρμα μεταφέρθηκε στην Τρίπολη. Παρεμπιπτόντως, ο Σααντί φόρεσε τις φανέλες της Ουντινέζε, της Σαμπντόρια και της Τζένοα, αλλά αγωνίστηκε σύνολο μόλις 25 λεπτά κατά της διάρκεια της καριέρας του στην Ιταλία.

Ο Συνταγματάρχης και το “the FIFA Mafia”

Περίπου την ίδια περίοδο, η Λιβύη και η Τυνησία συνεργάστηκαν και έβαλα υποψηφιότητα για να φιλοξενήσουν το Μουντιάλ του 2010, αν και στο τέλος η Νότιος Αφρική επιλέχθηκε ως οικοδέσποινα.

Ο Γκαντάφι, που ήταν έτοιμος να ξοδέψει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στη διοργάνωση, εξοργίστηκε με την απόφαση και εξαπέλυσε δριμύτατη επίθεση στην FIFA, περιγράφοντάς της ως “μία μαφία που βγάζει δισεκατομμύρια από human trafficking, ενώ θα έπρεπε να βοηθά πιο φτωχές χώρες να φιλοξενούν το Μουντιάλ”

Λίγα χρόνια αργότερα, το καθεστώς της Λιβύης έλαβε ένα έπαθλο παρηγοριάς, όταν η Αφρικανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ανέθεσε τη διοργάνωση του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής 2013 στη Λιβύη.

Ωστόσο, η πτώση του καθεστώτος το 2011, σε συνδυασμό με την πολιτική αστάθεια της χώρας οδήγησαν την ομοσπονδία να αλλάξει τη χώρα φιλοξενίας.